Ἀρμενοχώριον
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| καθαρεύουσα (κατά την αρχαία κλίση) | ||||||||
| ↓ πτώσεις | ενικός | |||||||
|---|---|---|---|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | τὸ | Ἀρμενοχώριον | ||||||
| γενική | τοῦ | Ἀρμενοχωρίου | ||||||
| δοτική | τῷ | Ἀρμενοχωρίῳ | ||||||
| αιτιατική | τὸ | Ἀρμενοχώριον | ||||||
| κλητική ὦ! | Ἀρμενοχώριον | |||||||
| 2η κλίση, Κατηγορία 'πρόσωπον' όπως «πρόσωπον» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||||||
Κύριο όνομα
[επεξεργασία]Ἀρμενοχώριον ουδέτερο
- (καθαρεύουσα) το Αρμενοχώρι με συνθετικό -χώριον