Μετάβαση στο περιεχόμενο

ἔδω

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: εδώ, ἐδῶ

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ἔδω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *h₁ed- (τρώω).[1]
Συγγενή: σανσκριτική अत्ति (átti), λατινική edō, παλαιά αρμενική ուտեմ (utem), χεττιτική 𒂊𒀉𒈪 (e-id-mi), παλαιά εκκλησιαστική σλαβονική ꙗсти (jasti).

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /é.dɔː/ (5ος π.Χ. αιώνας Αττική)
τυπογραφικός συλλαβισμός: δω

ἔδω (επικός)

  1. τρώω (καταναλώνω φαγητό)
     8ος αιώνας πκε  Ὅμηρος, Ἰλιάς, 12 (Μ. Τειχομαχία.), στίχ. 320 (318-320)
    οὐ μὰν ἀκλεέες Λυκίην κάτα κοιρανέουσιν
    ἡμέτεροι βασιλῆες, ἔδουσί τε πίονα μῆλα
    οἶνόν τ᾽ ἔξαιτον μελιηδέα
    Όχι, καθόλου αδόξαστοι δεν είναι οι βασιλείς μας,
    που την Λυκίαν κυβερνούν κι εάν ερίφια τρώγουν
    και πίνουν διαλεκτό κρασί
    Έμμετρη μετάφραση (1922): Ιάκωβος Πολυλάς, @greeklanguage.gr
  2. (μεταφορικά) τρώω, φθείρω
  3. κατατρώγω, καταβροχθίζω

Σημειώσεις

[επεξεργασία]
  • Το τρώω στην ομηρική γλώσσα σήμαινε «πληγώνω, βλάπτω».

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. ἔδω σελ. 375 -  Beekes, Robert S. P. (2010) στο Etymological Dictionary of Greek. [Ετυμολογικό λεξικό της ελληνικής γλώσσας] (στα αγγλικά) με την αρωγή του Lucien van Beek. Leiden: Brill. Τόμοι 12.