ἠχώ

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: ἠχῶ, ηχώ

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός
Ονομαστική ἡ ἠχώ
Γενική τῆς ἠχοῦς
Δοτική τῇ ἠχοῖ
Αιτιατική τὴν ἠχώ
Κλητική (ὦ) ἠχοῖ

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ἠχώ < ἦχος, ἠχή

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ἠχώ θηλυκό

  1. ηχώ, αντήχηση, ήχος από αντανάκλαση
  2. παρατεταμένος ήχος

Άλλες μορφές[επεξεργασία]