Abnutzung

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική die Abnutzung die Abnutzungen
γενική der Abnutzung der Abnutzungen
δοτική der Abnutzung den Abnutzungen
αιτιατική die Abnutzung die Abnutzungen

Abnutzung (de) θηλυκό