Apotheker

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

Apotheker 

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική der Apotheker die Apotheker
γενική des Apothekers der Apotheker
δοτική dem Apotheker den Apothekern
αιτιατική den Apotheker die Apotheker

Apotheker (de) αρσενικό