Blüte

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική die Blüte die Blüten
γενική der Blüte der Blüten
δοτική der Blüte den Blüten
αιτιατική die Blüte die Blüten

Blüte (de) θηλυκό