Μετάβαση στο περιεχόμενο

CPE

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
CPE CPEs

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
CPE < Certificate of Proficiency in English

Συντομομορφή

[επεξεργασία]

CPE (en) αρκτικόλεξο