Echo

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική das Echo die Echos
γενική des Echos der Echos
δοτική dem Echo den Echos
αιτιατική das Echo die Echos

Echo (de) ουδέτερο

  1. ηχώ