Empfänger
Εμφάνιση
Γερμανικά (de)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
| ονομαστική | der | Empfänger | die | Empfänger |
| γενική | des | Empfängers | der | Empfänger |
| δοτική | dem | Empfänger | den | Empfängern |
| αιτιατική | den | Empfänger | die | Empfänger |
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ɛmˈp͡fɛŋɐ/
- ⓘ
- ⓘ
- τυπογραφικός συλλαβισμός : Emp‐fän‐ger
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]Empfänger (de) αρσενικό