Erfindung

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική die Erfindung die Erfindungen
γενική der Erfindung der Erfindungen
δοτική der Erfindung den Erfindungen
αιτιατική die Erfindung die Erfindungen

Erfindung (de) θηλυκό