Manipulation

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: manipulation

Γερμανικά (de)[επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

 

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική die Manipulation die Manipulationen
γενική der Manipulation der Manipulationen
δοτική der Manipulation den Manipulationen
αιτιατική die Manipulation die Manipulationen

Manipulation (de) θηλυκό

  1. επηρεασμός
  2. μετατροπή