Nationalität

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γερμανικά (de)[επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

 

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική die Nationalität die Nationalitäten
γενική der Nationalität der Nationalitäten
δοτική der Nationalität den Nationalitäten
αιτιατική die Nationalität die Nationalitäten

Nationalität (de) θηλυκό

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

  • → δείτε τη λέξη national