Rum

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: rum

Τουρκικά (tr) [επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ɾʋm/

Κύριο όνομα[επεξεργασία]

Rum (en)

  1. (εθνικά ονόματα) ο Ρωμιός, η Ρωμιά, Έλληνας/Ελληνίδα που έχει γεννηθεί στην Τουρκία (ή σε μια μουσουλμανική χώρα).
  2. ρωμαίικος, ελληνικός (Δεν είναι επίθετο στην τουρκική γλώσσα.)
    Rum lisesi - το ρωμαίικο λύκειο

Παράγωγες λέξεις[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]