Μετάβαση στο περιεχόμενο

Roma

Από Βικιλεξικό

Ισπανικά (es)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]

Roma < λατινική Roma

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Roma (es) θηλυκό



Ιταλικά (it)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]

Roma < λατινική Roma

Προφορά

[επεξεργασία]
 

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Roma (it) θηλυκό

  1. γυναικείο όνομα
  2. η Ρώμη, πρωτεύουσα της Ιταλίας



Λατινικά (la)

[επεξεργασία]

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Rōma, -ae (la) θηλυκό

αριθμός ενικός πληθυντικός
ονομαστική Rōma
-
γενική Rōmae
-
δοτική Rōmae
-
αιτιατική Rōmam
-
κλητική Rōma
-
αφαιρετική Rōmā
-
(α' κλίση)

Απόγονοι

[επεξεργασία]

Rōma (λατινικά)

αρχαία ελληνικά: Ῥώμη
νέα ελληνικά: Ρώμη
ιαπωνικά: ローマ (Rōma)



Πορτογαλικά (pt)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]

Roma < λατινική Roma

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Roma (pt) θηλυκό

  1. η Ρώμη, πρωτεύουσα της Ιταλίας



Φινλανδικά (fi)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Roma < λείπει η ετυμολογία

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Roma αρσενικό ή θηλυκό

  1. ανδρικό όνομα
  2. γυναικείο όνομα
  • Finnish Digital and Population Information Agency, ανακτήθηκε στις 1/8/2023, ενημέρωση δημοτολογίου μέχρι τις 31/7/2023 , φύλλο Miehet kaikki



Σουηδικά (sv)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Roma < λείπει η ετυμολογία

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Roma αρσενικό ή θηλυκό

  • Last names with at least 10 bearers among persons registered on 31 December of each year. Year 1999 - 2020, Statistics Sweden



Δανικά (da)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Roma < λείπει η ετυμολογία

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Roma θηλυκό

  • Den samlede liste over for- og efternavne i Region Nordjylland (Ο πλήρης κατάλογος των ονομάτων και των επωνύμων στην περιοχή Βόρεια Γιούτλαντ), nordjyske.dk, ανακτήθηκε στις 13/9/2023



Πολωνικά (pl)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Roma < λείπει η ετυμολογία

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Roma θηλυκό

  • Names given to children in Poland in 2000-2019 - first name, Poland's Data Portal (Otwarte Dane), ανακτήθηκε στις 13/9/2023