Schleife

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική die Schleife die Schleifen
γενική der Schleife der Schleifen
δοτική der Schleife den Schleifen
αιτιατική die Schleife die Schleifen

Schleife (de) θηλυκό