Streitigkeit

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική die Streitigkeit die Streitigkeiten
γενική der Streitigkeit der Streitigkeiten
δοτική der Streitigkeit den Streitigkeiten
αιτιατική die Streitigkeit die Streitigkeiten

Streitigkeit (de) θηλυκό

Συνώνυμα[επεξεργασία]