Tür

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

Tür (de) θηλυκό

mach die Tür auf - άνοιξε την πόρτα
die Tür ist zu - η πόρτα είναι κλειστή

Αντώνυμα[επεξεργασία]

Σύνθετα[επεξεργασία]