Telegramm

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική das Telegramm die Telegramme
γενική des Telegramms der Telegramme
δοτική dem Telegramm den Telegrammen
αιτιατική das Telegramm die Telegramme

Telegramm (de) ουδέτερο