Weihnachten

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γερμανικά (de)[επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική das Weihnachten die Weihnachten
γενική des Weihnachtens der Weihnachten
δοτική dem Weihnachten den Weihnachten
αιτιατική das Weihnachten die Weihnachten

Ετυμολογία [επεξεργασία]

Weihnachten < μέση άνω γερμανική wihenahten

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈvaɪ̯ˌnaxtən/
 

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

Weihnachten (de) ουδέτερο