Zuschauer

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική der Zuschauer die Zuschauer
γενική des Zuschauers der Zuschauer
δοτική dem Zuschauer den Zuschauern
αιτιατική den Zuschauer die Zuschauer

Zuschauer (de) αρσενικό (θηλυκό Zuschauerin)

  1. θεατής