alike

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Επίθετο[επεξεργασία]

alike (en)

  • όμοιος, που μοιάζει με κάποιον άλλον
 συνώνυμα: similar

Επίρρημα[επεξεργασία]

alike (en)