allow
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]| ενεστώτας | allow |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | allows |
| αόριστος | allowed |
| παθητική μετοχή | allowed |
| ενεργητική μετοχή | allowing |
Προφορά
[επεξεργασία]
Ρήμα
[επεξεργασία]allow (en)
- επιτρέπω, αφήνω κάποιον ή κάτι να κάνει κάτι· αφήνω κάτι να συμβεί ή να γίνει
Smoking is not allowed.
- Δεν επιτρέπεται το κάπνισμα.
Don’t allow the fire to go out.
- Μην αφήσεις τη φωτιά να σβήσει.
- επιτρέπω, επιδέχομαι, δίνω τη δυνατότητα