Μετάβαση στο περιεχόμενο

altitude

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
altitude < (κληρονομημένο) μέση αγγλική altitude < (άμεσο δάνειο) λατινική altitudo

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈælt.ɪˌtjuːd/ και /ˈælt.ɪˌtuːd/
 

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
altitude altitudes

altitude (en)

  1. (συνήθως ενικός) το υψόμετρο, το ύψος πάνω από την επιφάνεια της θάλασσας
    παράδειγμα  The mountain we climbed had an altitude of 1,500 meters.
    Το βουνό που ανεβήκαμε είχε 1.500 μέτρα υψόμετρο.
  2. (μετρήσιμο και μη μετρήσιμο, συνήθως πληθυντικός) τα ύψη, μέρος που βρίσκεται ψηλά από την επιφάνεια της θάλασσας
    παράδειγμα  At high altitudes, oxygen is sparse.
    Σε μεγάλα ύψη το οξυγόνο είναι αραιό.



Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /al.ti.tyd/
 

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
altitude altitudes

altitude (fr) θηλυκό

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]