ananas

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Βοσνιακά (bs)[επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ananas (bs)



Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ananas 

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
ananas ananas

ananas (fr) αρσενικό



Ιταλικά (it) [επεξεργασία]

καρπός ανανά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ananas < πορτογαλική ananaz

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ananas (it)

  1. το δένδρο ανανάς
  2. (γαστρονομία) ο καρπός ανανάς



Κροατικά (hr) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ananas (hr)

  1. (βοτανική) το δένδρο ανανάς
  2. (γαστρονομία) ο καρπός ανανάς



Ολλανδικά (nl) [επεξεργασία]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ananas 

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ananas (nl)

  1. (βοτανική) το δένδρο ανανάς
  2. (γαστρονομία) ο καρπός ανανάς



Πολωνικά (pl) [επεξεργασία]

δύο φέτες ανανά

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

Ήχος 

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ananas (pl) αρσενικό

  1. ο ανανάς
  2. (μεταφορικά) μπαγάσας, κατεργαράκος

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]



Τσεχικά (cs)[επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ananas (cs)

  1. (βοτανική) το δένδρο ανανάς
  2. (γαστρονομία) ο καρπός ανανάς



Φινλανδικά (fi) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ananas (fi)

  1. (βοτανική) το δένδρο ανανάς
  2. (γαστρονομία) ο καρπός ανανάς