Μετάβαση στο περιεχόμενο

apprehensive

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
παραθετικά
θετικός apprehensive
συγκριτικός more apprehensive
υπερθετικός most apprehensive

Επίθετο

[επεξεργασία]

apprehensive (en)