aquaplane
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ˈæk.wə.pleɪn/
- ⓘ
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| aquaplane | aquaplanes |
aquaplane (en)
- η σανίδα θάλασσας
Ρήμα
[επεξεργασία]| ενεστώτας | aquaplane |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | aquaplanes |
| αόριστος | aquaplaned |
| παθητική μετοχή | aquaplaned |
| ενεργητική μετοχή | aquaplaning |
aquaplane (en)