attest

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ρήμα[επεξεργασία]

attest (en)

  1. μαρτυρώ, (μεταφορικά): συνηγορώ
  2. ...