authoritative

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Επίθετο[επεξεργασία]

authoritative (en)

  1. έγκυρος
  2. αυταρχικός (με ύφος που διατάζει)