azur

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

azur 

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
azur azurs

azur (fr) αρσενικό

  1. ο λαζουρίτης, το λάπις λάζουλι
  2. γυαλί χρώματος μπλε χάρη στο οξείδιο του κοβαλτίου
    συνώνυμα: bleu d'azur, bleu de Saxe
  3. έντονο γαλανό χρώμα
  4. το χρώμα της θάλασσας και του ουρανού
  5. (εραλδική) το χρώμα μπλε

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]