κοβάλτιο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

κοβάλτιο < γερμανική Kobold (καλικάντζαρος)

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κοβάλτιο ουδέτερο

↓ πτώσεις       ενικός      
ονομαστική το κοβάλτιο
      γενική του κοβαλτίου
    αιτιατική το κοβάλτιο
     κλητική κοβάλτιο
Παράρτημα
καθαρό κοβάλτιο

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]