νικέλιο

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

νικέλιο < γερμανική Nickel < Kupfernickel < Kupfer (χαλκός) + Nickel < Nikolaus (Άγιος Νικόλαος)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

νικέλιο ουδέτερο

  1. (χημεία) μεταλλικό χημικό στοιχείο με ατομικό αριθμό 28 και χημικό σύμβολο το Ni
πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική νικέλιο νικέλια
γενική νικελίου νικελίων
αιτιατική νικέλιο νικέλια
κλητική νικέλιο νικέλια
πολλές χώρες τον τελευταίο αιώνα χρησιμοποιούσαν νικέλιο για να παρασκευάσουν νομίσματα

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Σύνθετα[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]