καλικάντζαρος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο καλικάντζαρος οι καλικάντζαροι
      γενική του καλικαντζάρου
& καλικάντζαρου
των καλικαντζάρων
& καλικάντζαρων
    αιτιατική τον καλικάντζαρο τους καλικαντζάρους
& καλικάντζαρους
     κλητική καλικάντζαρε καλικάντζαροι
Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

καλικάντζαρος < μεσαιωνική ελληνική καλικάντζαρος < καλίκι[1] + άντζα[2] + -αρος

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ka.li.ˈkan.d͡za.ɾɔs/

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

καλικάντζαρος αρσενικό (θηλυκό: καλικαντζαρίνα)

  1. (λαογραφία) φανταστικός δαίμονας που θεωρείται ότι βγαίνει, ομαδικά, στην επιφάνεια της γης από τα έγκατά της τις ημέρες του Δωδεκαημέρου και προκαλεί μικροζημιές
  2. (μεταφορικά) δύσμορφος και ενοχλητικός άνθρωπος

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]