balk
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| balk | balks |
balk (en)
Ρήμα
[επεξεργασία]| ενεστώτας | balk |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | balks |
| αόριστος | balked |
| παθητική μετοχή | balked |
| ενεργητική μετοχή | balking |
balk (en)
- (μεταβατικό, επίσημο) μπλοκάρω
- (αμετάβατο) κλοτσάω, αντιδρώ αρνητικά, δεν αποδέχομαι κάτι το οποίο γίνεται προσπάθεια να μου επιβληθεί πιεστικά
The people will balk at the new taxes.
- Ο κόσμος θα κλοτσήσει στους νέους φόρους.
They balked when we told them to do overtime.
- Κλότσησαν όταν τους είπαμε να κάνουν υπερωρίες.