ballot

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of the United Kingdom.svg Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ballot (en)

  1. η ψηφοφορία, η εκλογή
  2. το ψηφοδέλτιο



Flag of France.svg Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
ballot ballots

ballot (fr) αρσενικό

  1. μικρό δέμα εμπορευμάτων
  2. μικρό δέμα με προσωπικά είδη (ρούχα, κλπ)
  3. (μεταφορικά) ανόητος, χαζός

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
ballot ballots

ballot (fr) αρσενικό

  1. χαζός, ανόητος
  2. χαζομάρα