bay

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Κουτί υπολογιστή (case) με τρεις εσοχές (bays)

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

bay (en)

  1. (γεωγραφία) κόλπος, όρμος
  2. ντορής (άλογο)
  3. κλίτος
  4. διαμέρισμα, εσοχή
  5. (υλικό υπολογιστή) θάλαμος, φάτνωμα, διαμέρισμα, εσοχή ο χώρος στο κουτί (case) προσωπικού υπολογιστή (PC) όπου τοποθετείται συσκευή υλισμικού (hardware), όπως σκληρός (πχ. CD-ROM), οπτικός δίσκος, κλπ. [1]

Αναφορές[επεξεργασία]

  1. (αγγλικά) Bay. Πρόσβαση 2021-05-08.