blink

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

      ενικός         πληθυντικός  
blink blinks

blink (en)

Ρήμα[επεξεργασία]

ενεστώτας blink
γ΄ ενικό ενεστώτα blinks
αόριστος blinked
παθητική μετοχή blinked
ενεργητική μετοχή blinking

blink (en)

  1. βλεφαρίζω, ανοιγοκλείνω τα μάτια
     συνώνυμα: shut and open, flutter, flicker, wink, bat, nictitate, nictate
  2. αναβοσβήνω ένα φως (όπως και για να κάνω σινιάλο), φεγγοβολώ στιγμιαία
     συνώνυμα: flash, flicker, twinkle, waver, wink, scintillate, glint