broke

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

παραθετικά
θετικός broke
συγκριτικός broker / more broke
υπερθετικός brokest / most broke
Συνήθως χωρίς παραθετικά.

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

broke (en)

Open book 01.svg Ρηματικός τύπος[επεξεργασία]

broke (en)

  • αόριστος του ρήματος break