broker

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

broker (en)

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

broker < αγγλική broker

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /bʁɔ.kœʁ/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
broker brokers

broker (fr) αρσενικό

  1. ο χρηματιστής
     συνώνυμα: trader
  2. (κατ’ επέκταση) ο πράκτορας
     συνώνυμα: courtier