χρηματιστής

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική χρηματιστής χρηματιστές
γενική χρηματιστή χρηματιστών
αιτιατική χρηματιστή χρηματιστές
κλητική χρηματιστή χρηματιστές

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

χρηματιστής < αρχαία ελληνική χρηματιστής

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

χρηματιστής αρσενικό

  1. που ασχολείται με το χρηματιστήριο


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]


Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

χρηματιστής < χρηματίζω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

χρηματιστής αρσενικό

  1. ο έμπορος, εκείνος που κερδίζει χρήματα με κάποιο επάγγελμα
  2. ο διακινητής