bud

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

      ενικός         πληθυντικός  
bud buds

bud (en)

  1. φυτικός οφθαλμός/μάτι
  2. μπουμπούκι


Δείτε επίσης[επεξεργασία]