μπουμπούκι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μπουμπούκι μπουμπούκια
γενική μπουμπουκιού μπουμπουκιών
αιτιατική μπουμπούκι μπουμπούκια
κλητική μπουμπούκι μπουμπούκια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μπουμπούκι < αρχαία ελληνική βομβύκιον, υποκοριστικό του βόμβυξ

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μπουμπούκι ουδέτερο

  1. άνθος στα πρώτα στάδια της ανάπτυξής του, πριν ανοίξει τα πέταλά του
  2. (μεταφορικά) ως τρυφερή προσφώνηση
  3. (ειρωνικά) για άνθρωπο με βεβαρυμένο παρελθόν

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]