τρυφερός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

τρυφερός < αρχαία ελληνική τρυφερός

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /tɾi.fɛ.ˈɾɔs/

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

τρυφερός -ή -ό

  1. (για ανθρώπους) ευγενικός και ευαίσθητος, λεπτός, γλυκός
    αντώνυμα: σκληρός, τραχύς
  2. για κάτι που εκφράζει έναν τρυφερό άνθρωπο
  3. που πληγώνεται εύκολα, ευαίσθητος
    τρυφερή ηλικία
  4. (για ενέργειες) απαλός και ευαίσθητος
    ένα τρυφερό χάδι
  5. (για τροφές) που μασιέται εύκολα
    αντώνυμα: σκληρός
    τρυφερό κρέας

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]