μπουμπούκος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο μπουμπούκος οι μπουμπούκοι
      γενική του μπουμπούκου των μπουμπούκων
    αιτιατική τον μπουμπούκο τους μπουμπούκους
     κλητική μπουμπούκο μπουμπούκοι
Παράρτημα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μπουμπούκος < μπουμπούκα (αναδρομικός σχηματισμός)(Χρειάζεται τεκμηρίωση…)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μπουμπούκος αρσενικό

  • χαϊδευτικό προσωνύμιο για άντρα, που εκλαμβάνεται όμως ως μειωτικός χαρακτηρισμός έξω από το στενό πλαίσιο μιας σχέσης οικειότητας

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]