busted

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Επίθετο[επεξεργασία]

busted (en)

  1. που πιάστηκε επ' αυτοφώρω
  2. (αργκό) χωρίς λεφτά, απένταρος, ταπί
  3. (αργκό) κουρασμένος, εξαντλημένος
  4. (αργκό) σπασμένος, χαλασμένος, που δεν λειτουργεί

Ρηματικός τύπος[επεξεργασία]

busted (en)

  • αόριστος και παθητική μετοχή του ρήματος bust