Μετάβαση στο περιεχόμενο

chiche

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
chiche < παλαιά γαλλική chiche < λατινική ciccus (κόκκος ροιάς) και μετφ. «non ciccum», ουδέ γρυ.

Επίθετο

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
chiche chiches

chiche (fr) αρσενικό ή θηλυκό

  1. (παρωχημένο) σφιχτοχέρης, τσιγκούνης, τσιγκούνικος
     συνώνυμα: généreux, prodigue
  2. φτωχικός, μίζερος
     συνώνυμα: abondant, copieux