chiche

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of France.svg Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

chiche < παλαιογαλλική chiche < λατινική ciccus (κόκκος ροιάς) και μετφ. «non ciccum», ουδέ γρυ.

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
chiche chiche

chiche (fr) αρσενικό ή θηλυκό άκλιτο

  1. (παρωχημένο) σφιχτοχέρης
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: généreux, prodigue
  2. φτωχικός, μίζερος
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: abondant, copieux