μίζερος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική μίζερος μίζερη μίζερο
γενική μίζερου μίζερης μίζερου
αιτιατική μίζερο μίζερη μίζερο
κλητική μίζερε μίζερη μίζερο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική μίζεροι μίζερες μίζερα
γενική μίζερων μίζερων μίζερων
αιτιατική μίζερους μίζερες μίζερα
κλητική μίζεροι μίζερες μίζερα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μίζερος < ιταλική misero + -ος < λατινική miser

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈmi.zε.ɾɔs/

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

μίζερος

  1. που τον χαρακτηρίζει μιζέρια
  2. που δεν του αρέσει τίποτα
  3. ανεπαρκής, ελλιπής

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]