cittadina

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ιταλικά (it) [επεξεργασία]

Επίθετο[επεξεργασία]

ενικός ενικός πληθυντικός
αρσενικό cittadino cittadini
θηλυκό cittadina cittadine

cittadina (it) θηλυκό, αρσενικό cittadino

  1. αστική, αστή, σχετική με μία πόλη

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

cittadina (it) θηλυκό, αρσενικό cittadino

  1. η υπήκοος μιας χώρας, η πολίτης
  2. η κάτοικος της πόλης
  3. η κωμόπολη