Μετάβαση στο περιεχόμενο

clever

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
παραθετικά
θετικός clever
συγκριτικός cleverer / more clever
υπερθετικός cleverest / most clever

Επίθετο

[επεξεργασία]

clever (en)