complacent

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Επίθετο[επεξεργασία]

complacent (en)

  1. αυτάρεσκος
  2. εφησυχασμένος, που παραμένει απαθής απέναντι σε ένα προφανές πρόβλημα