count on
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]| ενεστώτας | count on |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | counts on |
| αόριστος | counted on |
| παθητική μετοχή | counted on |
| ενεργητική μετοχή | counting on |
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ρήμα
[επεξεργασία]count on (en)
- βασίζομαι σε, στηρίζομαι σε, προεξοφλώ, επαναπαύομαι, εμπιστεύομαι κάποιον να κάνει κάτι ή να είναι σίγουρος ότι κάτι θα συμβεί
You can count on me.
- Μπορείς να βασίζεσαι σε μένα.
I am counting on your help/discretion.
- Στηρίζομαι στη βοήθειά σου/στην εχεμύθειά σου.
I can’t count on the outcome of the negotiations.
- Δεν μπορώ να προεξοφλήσω την έκβαση των διαπραγματεύσεων.
Don’t count on his goodwill.
- Μην επαναπαύεσαι στην καλή του διάθεση.
- ≈ συνώνυμα: → δείτε τη λέξη depend on
Πηγές
[επεξεργασία]- count on - Oxford Learner's Dictionaries
- Stavropoulos, D N (2008). Stavropoulos, G N. ed. Oxford Greek-English Learner's Dictionary (Revised έκδοση). Oxford: Oxford University Press. σελ. 159, 819. ISBN 9780194325684., λήμμα: βασίζω, στηρίζω